Ο Τζωρτζ Μποξ κάποτε είπε…

Όλα τα στατιστικά μοντέλα είναι λανθασμένα, κάποια όμως αποδεικνύονται χρήσιμα.

(Εξωτερική Συνεργασία)

Η αιτία που μπήκα στη διαδικασία να γράψω το παρακάτω άρθρο είναι το θέμα που έχει προκύψει σχετικά με την αξιοπιστία των εκλογικών δημοσκοπήσεων. Δεδομένου ότι η στατιστική είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα τα οποία γνωρίζω σε κάποιο βάθος αποφάσισα αντί να περιοριστώ στο χαβαλέ να γράψω κάτι πιο εκτενές με ψήγματα σοβαρότητας.

Οι τελευταίες εκλογές και το πρόσφατο δημοψήφισμα έγιναν η αφορμή πολλοί υποψήφιοι και ψηφοφόροι να εκφράσουν ανοικτά την κακοπιστία τους σε προεκλογικές δημοσκοπήσεις και στα exit polls. Είναι λοιπόν οι δημοσκόποι τίμιοι; Μπορούν οι δημοσκοπήσεις να επηρεάσουν την ψήφο; Κι αν οι δημοσκοπήσεις είναι έγκυρες, για ποιο λόγο αποτυγχάνουν να προβλέψουν τα εκλογικά αποτελέσματα; Στην τελική, έχουν κάποια πρακτική χρησιμότητα;

Αναφορικά με την πρώτη ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ τη χάλκευση των δημοκοπικών αποτελεσμάτων καθόλου απίθανη. Ο κόσμος μας δεν είναι αγγελικά πλασμένος, πολύ περισσότερο το πολιτικό-μιντιακό σύστημα στην Ελλάδα. Προς υπεράσπιση όμως των δημοσκόπων, θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Πρώτον, αν όντως τα gullop ήταν στημένα για ποιο λόγο όλα έβγαζαν παρόμοια αποτελέσματα ανεξαρτήτως από την πολιτική κατεύθυνση του μέσου από το οποίο προβάλλονταν; Ειδικά την τελευταία βδομάδα πριν τις εκλογές, τόσο η δημοσκόπηση της Αυγής, όσο και της Καθημερινής έδειχναν πως η διαφορά ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ κυμαινόταν στο 0% με 2% και πως οι ΑνΕλ ήταν στο όριο της εισόδου. Δεύτερον, ο μόνος λόγος για τον οποίο κάποιος θα παραποιούσε μια δημοσκόπηση είναι προφανώς για να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Για ποιο λόγο λοιπόν να παραποιήσει και τα exit polls που δημοσιεύονται όταν κλείσουν οι κάλπες; Για ποιο λόγο να πει ψέματα μόνο και μόνο για να διαψευστεί τρεις ώρες αργότερα; Γενικότερα, δεδομένου ότι τα εκλογικά αποτελέσματα διέφεραν από τα δημοσκοπικά, δεν γνωρίζω κατά πόσο τα μέσα προσπαθούν με τις δημοσκοπήσεις να επηρεάσουν την ψήφο, Αλλά αν το κάνουν σίγουρα δεν το κάνουν καλά.

Κι αυτό είναι η αφορμή να περάσουμε στη δεύτερη ερώτηση. Μπορούν οι δημοσκοπήσεις να επηρεάσουν την ψήφο; Η απάντηση είναι σαφώς και ναι. Σε αυτό συμφωνούν τόσο ακαδημαϊκές μελέτες, όσο και η κοινή λογική. Η «θεωρία της κοινωνικής επιλογής» (Social Choice Theory) μας διδάσκει πως οι αποφάσεις των γύρω μας είναι σημαντικός παράγοντας στο τι πρέπει να επιλέξουμε εμείς για να επιτύχουμε πιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση των εκλογών, οι μελέτες έχουν δείξει πως τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων επηρεάζουν τη λεγόμενη «στρατηγική ψήφο». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μια γνωστή μελέτη του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, τα κόμματα που ωφελούνται εκλογικά (για την ακρίβεια στην περίπτωση της μελέτης οι προεδρικοί υποψήφιοι) είναι αυτά που σε δημοσκοπικό επίπεδο παρουσιάζονται «στα όρια» του να επιτύχουν (ή να αποτύχουν) κάποιο στόχο. Αντιθέτως, τα κόμματα που «βάλλονται» είναι εκείνα που το αποτέλεσμα τους φαίνεται προδιαγεγραμμένο. Φυσικά δεν περιμέναμε μία πανεπιστημιακή μελέτη να μας πεί ότι πολλοί από εμάς ψηφίζουμε με κριτήριο η ψήφος μας να πιάσει τόπο. Στην περίπτωση των πρόσφατων εκλογών και βάση την παραπάνω θεωρία, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις «βοήθησαν» εκλογικά ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, που ανταγωνίζονταν για την πρωτιά, και Ένωση Κεντρώων και ΑνΕλ που ήταν στο όριο του να μπουν στη βουλή. Ναι, σε αντίθεση με τη γκρίνια του Καμμένου, το κόμμα του ωφελήθηκε πολύ περισσότερο με το 2,5% απ’ ότι με ένα ενδεχόμενο 5% στις δημοσκοπήσεις. Από την άλλη, για τον στρατηγικό ψηφοφόρο ήταν σχετικά αδιάφορο το αν Το Ποτάμι ή η ΛΑΕ θα έπαιρναν 6% ή 4%, με τα γνωστά αποτελέσματα. Βάση των παραπάνω, αν υποθέσουμε ότι δημοσκοπήσεις είναι κατευθυνόμενες δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Είτε δημοσκόποι και κανάλια είναι εντελώς ανόητοι και δεν ξέρουν πως να κατευθύνουν σωστά τις μάζες (διόλου απίθανο), είτε ολόκληρο το σύστημα συνωμότησε στο να προωθήσει ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΑνΕλ και Ένωση Κεντρώων για να χτυπήσει Το Ποτάμι και ΛΑΕ. Αλλά καλύτερα να μη βάζω ιδέες στη …Ζωή.

Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι οι δημοσκόποι είναι καλοπροαίρετοι, για πιο λόγο οι δημοσκοπήσεις πέφτουν έξω; Πρώτα απ’ όλα πρέπει να προσδιορίσουμε τι εννοούμε λέγοντας ότι πέφτουν έξω. Η στατιστική σαν επιστήμη δεν είναι χημεία. Ένα λάθος της τάξεως του 5% στη χημεία είναι καταστροφή, για τη στατιστική όμως μπορεί να θεωρηθεί τεράστια επιτυχία. Ωστόσο, για να σταματήσω να κάνω το συνήγορο των διαβόλων (διάβαζε δημοσκόπων), κύρια αιτία για τα ανακρίβεια των προβλέψεων είναι πως η ποιότητα των δημοσκοπήσεων που γίνονται στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλή. Για να γίνω συγκεκριμένος, με μια σύντομη έρευνα που έκανα για τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων χρόνων, παρατήρησα δύο σοβαρά σφάλματα στην τέλεση τους, ένα στη δειγματοληψία και ένα στην ανάλυση των αποτελεσμάτων. Το πρώτο έχει να κάνει με τη μέθοδο επιλογής δείγματος. Όλες οι δημοσκοπήσεις που γίνονται στη χώρα στηρίζονται σε τηλεφωνική δειγματοληψία. Η αποκλειστικά τηλεφωνική δειγματοληψία έχει αποδειχθεί ανεπαρκής στο να συγκεντρώσει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα. Ο λόγος είναι πως η ποικιλομορφία του δείγματος περιορίζεται σε ένα μικρότερο κομμάτι του συνολικού πληθυσμού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (π.χ. άνθρωποι που περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας κλπ). Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα πρέπει να προέρχεται από εναλλακτικές πήγες, όπως internet, τυχαία δειγματοληψία στο δρόμο, έρευνα στους χώρους εργασίας κλπ.

Το δεύτερο σημαντικό σφάλμα είναι ο τρόπος που οι δημοσκόποι διαχειρίζονται αναποφάσιστους και όσους αρνούνται να συμμετάσχουν στην έρευνα. Αν παρατηρήσουμε τα αποτελέσματα μίας δημοσκόπησης θα δούμε πως το ποσοστό των αναποφάσιστων συγκεντρώνονται σε μία ξεχωριστή κατηγορία, αντί να σταθμίζεται στην πρόθεση ψήφου ή στην αποχή. Στης πρόσφατες εκλογές, μπορούμε στα πλαίσια ενός παραδείγματος να κάνουμε την υπόθεση ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των αναποφάσιστων ήταν άτομα που στις προηγούμενες εκλογές ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η υπογραφή του τρίτου μνημονίου κλόνισε την εμπιστοσύνη τους στο κόμμα. Ωστόσο, την ώρα της κάλπης, ακούγοντας πως ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι πολύ κοντά δημοσκοπικά, αποφάσισαν να στηρίξουν το πρώτο ως το μικρότερο από τα δύο κακά. Μια τέτοια υποθετική δυναμική δεν μπορεί να καταγραφεί με τον τρόπο που γίνονται οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα. Στη σύγχρονη στατιστική θεωρία υπάρχουν τεχνικές που μπορούν να σταθμίσουν το ποσοστό των αναποφάσιστων στο συνολικό δείγμα με μεγάλη ακρίβεια. Ωστόσο, στη χώρα μας δεν έχω δει ποτέ να χρησιμοποιούνται.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και το πρόβλημα των ερωτηθέντων που αρνούνται να συμμετάσχουν στη δημοσκόπηση. Τα πρώτα δύο, τρία χρόνια του μνημονίου, όταν οι διαδηλώσεις και η αγανάκτηση ήταν στο ζενίθ, ένας δημοσκόπος (της Metron Analysis νομίζω) είχε δηλώσει πως είχαν φτάσει σε σημείο να κάνουν σχεδόν 40.000 (!) τηλεφωνήματα για να καταφέρουν να συγκεντρώσουν ένα δείγμα 2.000 απαντήσεων. Φαντάζομαι πως σήμερα το ποσοστό των ανταποκρίσεων είναι μεγαλύτερο, ωστόσο είμαι σίγουρος πως η δημοσκοπική αποχή είναι ακόμα τεράστια. Το κομμάτι του δείγματος που αρνείται να συμμετάσχει σε μία μελέτη έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του πληθυσμού, τα οποία δεν αντιπροσωπεύονται επαρκώς στο το κομμάτι του δείγματος που δέχεται να απαντήσει. Κατ’ επέκταση, τα αποτελέσματα είναι προκατειλημμένα προς μία κατεύθυνση. Στην περίπτωση των ελληνικών εκλογών είναι εύλογο να υποθέσουμε πως το μεγαλύτερο κομμάτι των ερωτηθέντων που αρνούνται να συμμετάσχουν είναι οι πιο «αγανακτισμένοι» πολίτες που δε θέλουν να συνεργαστούν με τα συστημικά μέσα και δεν εμπιστεύονται τις δημοσκοπήσεις. Είναι δηλαδή πιο πιθανό να αποτελούν ψηφοφόρους των ΑνΕλ, ΣΥΡΙΖΑ, ΧΑ και ΛΑΕ, παρά των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και Ποτάμι. Έτσι, από τη στιγμή που ο Καμμένος κατηγορεί κανάλια και δημοσκόπους από το 2012, είναι απόλυτα λογικό οι ψηφοφόροι του να αρνούνται να απαντήσουν σε δημοσκοπήσεις. Όπως και στην περίπτωση των αναποφάσιστων, οι ίδιες στατιστικές τεχνικές μπορούν να σταθμίσουν τον αντίκτυπο της άρνησης συμμετοχής στο τελικό αποτέλεσμα της δημοσκόπησης. Ωστόσο, ακόμα κι αν τέτοιες τεχνικές χρησιμοποιούνταν, ο αριθμός των μη συμμετεχόντων είναι πολύ μεγάλος σε σχέση με τους συμμετέχοντες για να μπορέσουν να σταθμιστούν με επιτυχία.

Για ποιο λόγο όμως οι δημοσκόποι κάνουν αυτά τα λάθη στις έρευνες τους; Άγνοια, αμέλεια, ανάγκη ή δόλο; Πολύ πιθανό όλα τα παραπάνω. Μπορώ να φανταστώ πως ένας παράγοντας είναι η συχνότητα των δημοσκοπήσεων. Ειδικά σε προεκλογική περίοδο, οι εταιρίες δημοσκοπήσεων κάνουν έρευνες κάθε δύο μέρες. Σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα είναι φύσει αδύνατο να συγκεντρωθεί αντιπροσωπευτικό δείγμα και να γίνει σωστή ανάλυση των αποτελεσμάτων.

Ερχόμαστε λοιπόν στην τελευταία ερώτηση: Πρέπει να κάνουμε και να δημοσιεύουμε δημοσκοπήσεις; Χρησιμεύουν κάπου; Εδώ θα απαντούσα ναι. Πρώτα απ’ όλα θέλω να πιστεύω πως οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε την ελευθερία της έκφρασης κάτι πολύ σημαντικό. Κατ΄ επέκταση κάθε μέσο πρέπει να έχει το δικαίωμα να τελέσει μια έρευνα και να τη δημοσιεύσει. Το να ακούμε πράγματα που μπορεί να μας ενοχλούν, να μας προσβάλουν ή ακόμα να είναι και ψέματα είναι ένα μικρό τίμημα που πληρώνουμε όλοι για το δικαίωμα του να μιλάμε ελεύθερα. Πέραν ηθικής σκοπιάς όμως, είναι πολλοί πρακτικοί λόγοι που είναι καλό να έχουμε δημοσκοπήσεις. Σε γενικές γραμμές, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για όλους όσους είμαστε «στρατηγικοί» ψηφοφόροι, αντί για κομματικοί οπαδοί. Αντικειμενικά είναι καλό να έχουμε μια ιδέα για το τι πιστεύει ο κόσμος γύρο μας, σε μία ευρεία κλίμακα. Εάν απαγορεύονταν ξαφνικά οι δημοσκοπήσεις θα βγάζαμε συμπέρασμα για την κοινωνία μας από τον περιορισμένο μικρόκοσμο του προσωπικού μας περίγυρου ή πολύ χειρότερα από διάφορες ράδιο-αρβύλες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο για κρυφές δημοσκοπήσεις κλπ. Όσο κακής ποιότητας να είναι μια δημοσκόπηση που δημοσιεύεται επίσημα από γνωστό φορέα, σίγουρα είναι πιο έγκυρη και λιγότερο παραπλανητική από τη μυστική έρευνα ενός blog που οι συντάκτες της κρύβονται πίσω από την ανωνυμία (καλή ώρα). Πολύ απλά, κάθε φορά που διαβάζουμε τα ευρήματα μιας δημοσκόπησης πρέπει να έχουμε στο νου μας πως μία στατιστική ανάλυση είναι μια απλούστευση της πραγματικότητας, ως εκ τούτου δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικατοπτρίσει την αλήθεια ολοκληρωμένη.

053

Τα λέμε σύντομα

Τζωρτζ Μποξ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s