Ο Τζον Μίλτον κάποτε είπε…

Εκείνος που καταστρέφει ένα καλό βιβλίο, καταστρέφει την ίδια τη λογική!

Όταν σήμερα ακούμε για καύση βιβλίων το συλλογικό θυμικό συνδέει τη συγκεκριμένη βαρβαρότητα με τη ναζιστική Γερμανία του μεσοπολέμου. Πράγματι, όπως μαρτυρούν χιλιάδες πηγές, το χιτλερικό καθεστώς είχε οργανώσει δεκάδες δημόσιες τελετές όπου τα πλήθη ευφραίνονταν από τη ζεστασιά που ανέδυαν οι σωροί από τις σελίδες που τις είχαν μελανιάσει επικίνδυνα και κενά δαιμόνια. Δίχως άλλο, υπό το φως των μαζικά καιόμενων από τους Ναζί βιβλία η έννοια του σκοταδισμού βρήκε ένα συμπαγές σημείο αναφοράς που την συνοδεύει μέχρι τις μέρες μας. Ένα λογικό ερώτημα έχει να κάνει με το κατά πόσο ο Χίτλερ πρωτοτύπησε με τη διοργάνωση των εν λόγω τελετών. Ήταν δηλαδή δική του έμπνευση ή όπως και τα άλλα ναζιστικά σημεία αναφοράς και πρακτικές (σβάστικα, αντισημιτισμός, στρατόπεδα συγκέντρωσης) τα υιοθέτησε από το περιβάλλον στο οποίο ανδρώθηκε και έδρασε;

Όπως μαρτυρά η πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας η καύση βιβλίων δεν είναι καθόλου πρωτότυπη ιδέα. Αυτό όμως που είναι σχετικά άγνωστο είναι ότι η συγκεκριμένη πρακτική είχε εφαρμοσθεί πάλι στον δυτικό κόσμο μόλις 16 χρόνια πριν ανέλθει ο Χίτλερ στην εξουσία. Ενδεχομένως οι θιασώτες της θεωρίας των δύο άκρων και της ταύτισης φασισμού κομουνισμού να συνδυάσουν την ημερομηνία και να συνδέσουν τη δημόσια καύση βιβλίων με την άλωση των χειμερινών ανακτόρων από του Μπολσεβίκους στη Ρωσία. Παραδόξως όμως η σχετική βαρβαρότητα έλαβε χώρα στην χώρα της ελευθερίας, στις ΗΠΑ όταν οι εκεί αρχές υποδαύλιζαν τον αντι-γερμανισμό ούτως ώστε η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο που μαινόταν στην Ευρώπη να μη στερηθεί ικανής λαϊκής υποστήριξης.

Αν αναλογιστούμε πως εξελίχθηκε η Ιστορία δεν είναι παράλογο πως το συγκεκριμένο γεγονός εξελίχθηκε σε ταμπού και έτσι, σε αντίθεση με το ναζιστικό του ανάλογο, δεν αναπαράχθηκε δεκάδες φορές από το Χόλυγουντ. Το ότι όμως οι περισσότεροι το αγνοούμε δεν σημαίνει ότι δεν έγινε κιόλας. Και η αλήθεια είναι ότι έγινε διότι απλούστατα ο άνθρωπος είναι ικανός για κάθε παραλογισμό και επειδή η μισαλλοδοξία διαπερνά κάθε ιδεολογία που τίθεται στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης πολιτικής σκοπιμότητας.

Πως λοιπόν οι Αμερικανοί έφτασαν στην οργανωμένη καύση βιβλίων; Οι ΗΠΑ ήταν πάντοτε μια πολυεθνική χώρα με κοινότητες που προέρχονταν από όλες τις ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες. Μοιραία λοιπόν αν η αμερικάνικη κυβέρνηση επέλεγε να συμμαχήσει με μια ευρωπαϊκή χώρα ενάντια σε μια άλλη η κοινότητα της δεύτερης που ζούσε εντός των ΗΠΑ θα στιγματιζόταν. Αυτό πάνω κάτω έγινε κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Όσο λοιπόν μεγάλωνε η βεβαιότητα πως αν η κυβέρνηση Γουίλσον έμπαινε στον πόλεμο θα το έκανε προς στήριξη της Αντάντ, τόσο διογκωνόταν η ανάγκη περιθωριοποίησης του γερμανικού στοιχείου εντός των ΗΠΑ. Όταν λοιπόν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο και ο Γερμανοί ανακοίνωσαν πως θα εξαπέλυαν ολοκληρωτικό υποβρυχιακό πόλεμο στα αμερικάνικα πλοία, ο όχλος έδωσε τη δική του απάντηση στον ιμπεριαλισμό του Κάιζερ.

Έτσι, στο πλαίσιο μιας άνευ προηγουμένου υστερίας, πολίτες γερμανικής καταγωγής στοχοποιήθηκαν και η μία πολιτεία μετά την άλλη άρχισε να παίρνει αντι-γερμανικά μέτρα. Δεκάδες δρόμοι και τοπωνύμια γερμανικής προέλευσης άλλαξαν όνομα. Το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης έδωσε αντικίνητρα για την παρακολούθηση μαθημάτων γερμανικών και αλλού η χρήση της γερμανικής γλώσσας απαγορεύτηκε τελείως. Κανένας πάστορας δεν μπορούσε να κηρύσσει στα γερμανικά και κανένας δεν μπορούσε να εκδίδει έντυπα γραμμένα στη γερμανική. Μοιραία κάποια στιγμή ορισμένοι θερμόαιμοι κάλεσαν τον κόσμο να ρίξει στην πυρά βιβλία και εγχειρίδια που είτε ήταν γραμμένα από Γερμανούς ή είχαν τυπωθεί στα γερμανικά. Αυτές οι εκκλήσεις βρήκαν αρκετά ευήκοα ώτα και έτσι, μεταξύ άλλων, ανθρώπινες μάζες μαζεύτηκαν στο Κολόμπο του Οχάιο και παρέδωσαν στις φλόγες πυρά εκατοντάδες βιβλία μπροστά στο άγαλμα του Σίλερ σε ένα χώρο που αμέσως μετονομάστηκε από Σίλερ Παρκ σε Ουάσιγκτον Παρκ.

Η παραπάνω σχετικά άγνωστη ιστορία αποδεικνύει πως τα ηττημένα αυταρχικά καθεστώτα δεν έχουν το μονοπώλιο ούτε στη βαρβαρότητα αλλά ούτε και στην κοντόθωρη βλακεία. Ο συγγραφέας του Χαμένου Παράδεισου καθόλου τυχαία δεν μιλά για την καταστροφή βιβλίων γενικά, αλλά για την καταστροφή των «καλών» βιβλίων. Όσο λοιπόν το κριτήριο για την καταστροφή ενός βιβλίου / ιδέας είναι ο αντίκτυπος που προκαλεί στην αισθητική των δυνητικά ισχυρών, τόσο οι χιτλερικές τελετές καύσης βιβλίων θα στοιχειώνουν τις ζωές μας. Όσο ο καταπιεζόμενος επιθυμεί να δώσει τέλος στο μαρτύριο του απλά και μόνο για να αλλάξει ρόλους με τον καταπιεστή του, τόσο ο φαύλος κύκλος της καταπίεσης θα δυναμώνει. Με άλλα λόγια ας επικεντρωθούμε στη βαρβαρότητα και ας αφήσουμε τους βαρβάρους στην άκρη και ας αποτελούν οι τελευταίοι διαχρονικά …μια κάποιαν λύσις!

046

Τζον Μίλτον

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s