Ο Σωκράτης κάποτε είπε…

Οι ιδέες δεν μπορούν να πιουν το κώνειο!

Η πλοκή ενός από τα πιο κλασσικά έργα της δυτικής πεζογραφίας κινείται γύρω από τη ζωή ενός ανανήψαντος πρώην καταδίκου, του Γιάννη Αγιάννη. Όχι τυχαία «Οι Άθλιοι» ξεκινούν με τη συνάντηση του απόκληρου με το κίτρινο διαβατήριο, που έφεραν υποχρεωτικά μαζί τους όλοι αποφυλακισθέντες, με τον επίσκοπο Μυριέλ που έμελλε να διδάξει τον Αγιάννη ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Όταν κανένα πανδοχείο δεν δεχόταν να φιλοξενήσει τον «σεσημασμένο» άγνωστο ο Μυριέλ προσέφερε χωρίς αντίτιμο στον Αγιάννη τροφή και στέγη. Κατά τη διάρκεια του δείπνου ο επίσκοπος παρασύρθηκε και άρχισε να μνημονεύει περιστατικά από την Αγία Γραφή που δεν είχαν τον παραμικρό αντίκτυπο στον πεινασμένο πρώην κατάδικο. Το  μόνο που πρόσεξε ο Αγιάννης ήταν ένα ζευγάρι ασημένια κηροπήγια που όπως του εξήγησε ο Μυριέλ ήταν οικογενειακά κειμήλια. Το επόμενο πρωί ο Αγιάννης έφυγε χωρίς να ευχαριστήσει τον ευεργέτη του και μάλιστα φρόντισε να πάρει μαζί του μια ασημένια καντηλιέρα. Για κακή του τύχη όμως, διερχόμενοι αστυνομικοί, που τον έκριναν ύποπτο, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον επίσκοπο. Στη θέα του αλυσοδεμένου αγνώμονα ο Ουγκώ βάζει τον Μυριέλ να αντιδράσει με ένα μοναδικό τρόπο. Ο επίσκοπος ζητά να αποδεσμευθεί άμεσα ο Αγιάννης και παράλληλα ευχαριστεί τους αστυνομικούς που τον έφεραν πίσω διότι μέσα στη βιασύνη του ο Αγιάννης είχε ξεχάσει να πάρει τα άλλα δύο πράγματα που του είχε δωρίσει ο επίσκοπος, το ζευγάρι των ασημένιων κηροπηγίων που ο Μυριέλ είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του. Το απροσδόκητο περιστατικό άλλαξε για πάντα τον Αγιάννη μετατρέποντας σε ένα τέρας καλοσύνης οι διαστάσεις του οποίου ξετυλίγονται με λεπτομέρεια στις εκατοντάδες σελίδες του αριστουργήματος του Ουγκώ.

Αυτό που αναδεικνύουν γλαφυρά οι παραπάνω γραμμές είναι η σημασία του παραδείγματος ως εργαλείου «εκπαίδευσης» και πειθούς. Ο Γιάννης Αγιάννης συγκινείται από τα κηρύγματα του επισκόπου όσο ακριβώς και οι μαθητές ενός τυπικού ελληνικού δημόσιου γυμνασίου από την παρακολούθηση θρησκευτικών. Ο Αγιάννης κάθεται και τα ακούει μόνο και μόνο για να μπορέσει να απολαύσει το φαγητό του, αναλόγως οι μαθητές δεν εγκαταλείπουν την αίθουσα απλά γιατί δεν θέλουν να χρεωθούν τσάμπα απουσία. Όταν όμως έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα δάσκαλο που για τις αλήθειες του σταυρώνεται «πείθεσαι» πως αξίζει να αφήσεις την οικογένεια και την ψαρόβαρκα σου στη Γαλιλαία και πας μέχρι τη Ρώμη για να συνεχίσεις το έργο του δασκάλου σου και ας ξέρεις πως μάλλον θα έχεις την ίδια μοίρα με εκείνον. Αν βέβαια από την άλλη καταλαβαίνεις πως η προσπάθεια σου θα γεννήσει την διοίκηση της μεγαλύτερης θρησκείας στον πλανήτη τότε πας να συναντήσεις τον στρατιώτη που θα σου κόψει το κεφάλι με περίσσεια προθυμία και ενθουσιασμό. Και για να γυρίσουμε στους «Άθλιους» ο Αγιάννης ξεσπά σε λυγμούς λίγο μετά την απελευθέρωση του γιατί μαθαίνει από πρώτο χέρι πως ανατρεπτικές συμπεριφορές με ευεργετικά αποτελέσματα είναι εφικτές σε αυτή τη ζωή αλλά έχουν μεγάλο κόστος, ένα κόστος που κυμαίνεται από την απώλεια οικογενειακών κειμηλίων μέχρι και την ίδια τη ζωή του ευεργέτη. Αντίστοιχα, και ο αναγνώστης των «Αθλίων» διαχέεται από συναισθήματα θαυμασμού τόσο για την πρωτοποριακή έμπνευση του Ουγκώ όσο και για τον Αγιάννη καθώς το βιβλίο είναι ακόμα στην αρχή συνεπώς ο «υποψιασμένος» αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως ο πρώην κατάδικος απορρόφησε σαν σφουγγάρι την ουσία του «μαθήματος» του Μυριέλ και άρα δεν αναμένεται να πάει στο επόμενο χωρίο και να επιδοθεί πάλι σε παράνομες πράξεις.

Τι θέλει να πει λοιπόν ο ποιητής; Θέλει να πει πως η ιδέα τρέφεται από το παράδειγμα που τρέφει το χάρισμα που με τη σειρά του τρέφεται από την επιτυχία. Μπερδεμένο σχήμα θα μου πείτε και δικαίως. Για να ξεμπερδέψω τη σκέψη μου θα σας παραπέμψω στο μοντέλο της ιδεολογικοπολιτικής κουβέντας που κυριαρχεί εσχάτως στη χώρα του Σωκράτη.

Γιατί είναι κακή η Χρυσή Αυγή; Γιατί είναι φασίστες. Και γιατί είναι κακοί οι φασίστες; Γιατί ευθύνονται για το αιματοκύλισμα της Ευρώπης στα 1940 και το ολοκαύτωμα των Εβραίων; Άρα είναι καλύτεροι οι κομουνιστές; Όχι! Γιατί όχι; Γιατί ο κομουνισμός γεννά τα Γκούλαγκ, το αστυνομικό κράτος και την αντιδημοκρατική ανελευθερία που κυριαρχεί σήμερα στην πεινασμένη και διεθνώς απομονωμένη Βόρειο Κορέα. Μήπως να πάμε σε πιο δυναμικές τακτικές, τύπου ένοπλης πάλης; Αδύνατο, η λύση δεν μπορεί να έρθει ποτέ από τα βουτυρόπαιδα των βορείων προαστίων που ληστεύουν τράπεζες, καίνε ζωντανούς όσους δεν απεργούν (βλ. Marfin) και σκοτώνουν όποιον τυχαία τους αντισταθεί, όπως εκείνον τον φουκαρά στην Πάρο το καλοκαίρι. Μήπως να ακολουθήσουμε φιλελεύθερες συνταγές; Όχι βέβαια, μια ματιά γύρω σου αρκεί για να καταλάβεις εκείνα που ο χρυσοπληρωμένος Τόμσεν δεν καταλάβαινε επί δύο χρόνια. Να εμπιστευθούμε τον Τσίπρα; Είσαι καλά, αυτός είναι το νέο ΠΑΣΟΚ, το μεταπολιτευτικό κατεστημένο με μάσκα, και ξέρεις καλά τι δεινά κόμισε η μεταπολίτευση. Το πήρα απόφαση θα πάω με τη Χρυσή Αυγή και ας είναι φασίστες. Είσαι καλά, γιατί θα κάνεις τέτοιο πράγμα; Γιατί μοιράζουν τρόφιμα και έχουν ρεύμα, το λένε και οι δημοσκοπήσεις.

Ο παραπάνω διάλογος αν δεν μας είναι οικείος μας είναι εξαιρετικά κατανοητός. Για να μην τον καταλάβεις πρέπει είτε να είσαι τρόφιμος σε ίδρυμα είτε απλά να ιδιωτεύεις ανάμεσα στα λεφτά που για πολλούς δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν. Και όμως ο ανωτέρω διάλογος έχει μια σημαντική αδυναμία. Καίτοι βαθύτατα πολιτικός δεν περιλαμβάνει ούτε μια πολιτική απάντηση. Όλες οι αφοπλιστικές αποκρίσεις του μπερδεμένου νεοέλληνα δεν έχουν ίχνος πολιτικής επιχειρηματολογίας, αντίθετα όλες τους στηρίζονται σε γενικά παραδεδεγμένες αλήθειες που ως τέτοιες δημιουργούν υπέρογκη αίσθηση και μοιραία παράγουν αποτελέσματα.

Επειδή ενδεχομένως η σκέψη μου σας φαίνεται λίγο σύνθετη ας παραθέσω μια σειρά από παραδείγματα-ρητορικά ερωτήματα προς επίρρωση των γραφομένων μου. Όλοι, από το 1945 και μετά, απορούμε πως οι Γερμανοί εμπιστεύτηκαν τον Χίτλερ. Αντίστοιχα, όταν ο Ρόμελ παρέκαμπτε τη γραμμή Μαζινό από το δάσος των Αρδεννών και οδηγούσε Γαλλία σε αστραπιαία συνθηκολόγηση και Αγγλία σε βιαστική απαγκίστρωση από την ηπειρωτική Ευρώπη μέσω Δουνκέρκης ο μέσος Γερμανός απορούσε πως ήταν δυνατό να υπήρχαν ακόμη κάποιοι συμπατριώτες του που δεν αναγνώριζαν τη μεγαλοφυΐα του Φύρερ. Πολλοί λένε ότι η ιδέα της αραβικής ένωσης ήταν μια χαμένη υπόθεση από την αρχή. Ειλικρινά αναρωτιέμαι, αν ο Νάσσερ είχε πληροφορηθεί για την Ισραηλινή επιδρομή της 5ης Ιουνίου 1967 και είχε θέση σε επιφυλακή την αεράμυνα των αεροδρομίων του οι ανωτέρω επαΐοντες τι ακαδημαϊκή καριέρα θα έκαναν; Στο ίδιο περίπου μοτίβο, ειδικοί γράφουν και ξαναγράφουν πως η Αλ Κάιντα είναι μια οργάνωση που αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται χωρίς κεντρική διοίκηση. Ο Μπιν Λάντεν, ζωντανός ή νεκρός αδιάφορο, λειτουργεί σαν μια συνεκτική πατριαρχική φιγούρα μόνο και μόνο επειδή του αποδόθηκε το οιονεί πολιτικό μανιφέστο της εντυπωσιακότερης τρομοκρατικής επίθεσης που έλαβε ποτέ χώρα στον πλανήτη. Ακόμα και σήμερα νέοι από το Αγαδίρ του Μαρόκο μέχρι το Χαράτσι του Πακιστάν ονειρεύονται να στρατευθούν στην Αλ Κάιντα και όχι σε κάποια άλλη οργάνωση απλά και μόνο από τη γοητεία που ασκούν τα (μακρινά κυρίως) πλάνα των φλεγόμενων και καταρρέοντων διδύμων πύργων.

Αν καταλάβατε τι εννοώ αντιλαμβάνεστε γιατί ο Ντερτιλής επέμενε να βγει από τη φυλακή μόνο μέσα σε φέρετρο και γιατί ο Κουφοντίνας παραδόθηκε μόνος του αναλαμβάνοντας παράλληλα την πολιτική ευθύνη των χτυπημάτων της 17 Νοέμβρη. Για να μην είναι σε θέση οι εχθροί τους να τους αποδομήσουν ηθικά και συνακόλουθα να μπορούν φίλοι και ομοϊδεάτες να τους χαρακτηρίζουν ως επαναστάτες, όπως ακριβώς έγινε. Αλλά ας γυρίσουμε στο Σωκράτη, τον γέροντα φιλόσοφο που οι λαϊκοί δικαστές της πόλης των Αθηνών καταδίκασαν σε θάνατο για εισαγωγή καινών δαιμονίων. Κάποιοι τον προέτρεπαν να μην πιει το κώνειο, ο Σωκράτης μολονότι ήξερε ότι οι ιδέες είναι αλλεργικές σε όλα τα δηλητήρια εντούτοις ήπιε το πικρόν ποτήριον. Γιατί; Γιατί οι ιδέες, καίτοι αθάνατες, εκτός από πολλές είναι και ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Λίγες καταφέρνουν να ξεχωρίσουν και ο Σωκράτης το ήξερε καλά αυτό. Ήξερε επίσης τι κάνει μια ιδέα ξεχωριστή. Δε φτάνει η ανατρεπτικότητα, χρειάζονται η συνέπεια του φορέα και ενίοτε η μαρτυρική θυσία του αποστόλου της. Σήμερα, 2,500 χρόνια μετά το θάνατο της ενοχλητικής αλογόμυγας των βολεμένων συνειδήσεων της αθηναϊκής δημοκρατίας πολλοί λίγοι είναι οικείοι με τους πλατωνικούς διαλόγους. Σχεδόν όλοι, όμως, έχουμε ακούσει για τον παράξενο δάσκαλο που κάποτε στους δρόμους της αρχαίας Αθήνας δίδασκε δωρεάν τις αλήθειες του, αλήθειες τόσο «επικίνδυνες» που στο τέλος χρειάστηκε να πεθάνει για αυτές. Αυτή η εισαγωγή, σαν την συνάντηση του Αγιάννη με τον επίσκοπο Μυριέλ, επί αιώνες τραβά τους κατά τεκμήριο καλύτερους αναγνώστες στα έργα που αποτυπώνουν τη σωκρατική φιλοσοφία. Με άλλα λόγια, ο Σωκράτης με το παράδειγμα και τη θυσία του έκανε τις ιδέες του πιο αθάνατες από τις ιδέες των άλλων.

ΥΓ Τροφή για σκέψη, φανταστείτε πόσοι περισσότεροι θα διάβαζαν με ενδιαφέρον το παρόν αν τα πνευματικά δικαιώματα των ανωτέρω γραμμών ανήκαν πάλι σε μένα αλλά στο μεταξύ το προφίλ μου είχε ενισχυθεί από μια πρωτοποριακή παραδειγματική πράξη.

034 Gr

Τα λέμε σύντομα

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ο Σωκράτης κάποτε είπε…

  1. Ο/Η Παιδί λέει:

    «ασηνείδητο»
    στην εισαγωγή. Διόρθωσε το παρακαλώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s