Ο Τζωρτζ Όργουελ κάποτε είπε…

Αν θέλεις ένα όραμα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να συντρίβει ένα ανθρώπινο πρόσωπο!

Λένε πολλοί πως ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι ο κόσμος θα αλλάξει, αλλά ότι θα παραμείνει ίδιος. Ως εκ τούτου το πραγματικό διακύβευμα είναι ο τρόπος, η ταχύτητα και η κατεύθυνση της αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο, και εξαιτίας του δικαιολογημένου φόβου που έχει ο άνθρωπος για το άγνωστο, είναι σύνηθες αντί της χαοτικής δράσης να προκρίνεται η σωφροσύνη της αδράνειας που θέλει τα πράγματα να αλλάζουν αργά, σταθερά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Για όσους λοιπόν δεν έχουν ακόμα αισθανθεί το σκληρό πρόσωπο της κρίσης το να υιοθετήσουν μια στάση αναμονής φαντάζει απολύτως λογικό και σοφό. Μήπως όμως δεν είναι έτσι; Μήπως η τακτική της προσωρινής κάλυψης είναι στα αλήθεια μια κοντόφθαλμη στρατηγική που επιφυλάσσει ένα ζοφερό οργουελιανό τοπίο για το μέλλον; Για να απαντηθούν τα παραπάνω θα πρέπει να αναρωτηθούμε πως θα σκέφτονται και θα δρουν οι άνθρωποι στο μέλλον αν τις επόμενες μέρες οι αντιδράσεις στις εκλογές του ΠΑΣΟΚ και τις παρελάσεις είναι ήπιες και τελικά «αποτραπούν» οι προβοκάτσιες. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε πως θα γίνει η ζωή μας αν αποδεχτούμε τη σωτήριο έργο των δανειστών και στις επικείμενες εκλογές η κάλπη, έστω και απρόθυμα, αναδείξει δικομματική, μνημονιακή συγκυβέρνηση. Και επειδή το μέλλον δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση των ανθρώπων που θα το αποτελούν θα επιχειρήσω να το αποτυπώσω μέσα από την προβολή των ζωών τεσσάρων νέων σήμερα ανθρώπων σε βάθος εικοσαετίας.

Ο 25χρονος Γιάννης είναι αστυνομικός που από το 2008 υπηρετεί στα ΜΑΤ στην Αθήνα. Μέσα από τις διόπτρες της αντιασφυξιογόνου μάσκας του έχει γνωρίσει καλύτερα από τον καθένα όλο εκείνον τον ετερόκλητο συρφετό που διαδηλώνει τα τελευταία χρόνια στην πρωτεύουσα. Ο Γιάννης δεν μασάει από την προπαγάνδα των ΜΜΕ που κάνουν λόγο για οικογενειάρχες, γυναίκες και παιδιά που διαδηλώνουν ειρηνικά. Ο Γιάννης ξέρει καλά πως οι στρογγυλεμένες αυτές προσεγγίσεις δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αλλά και έτσι ακόμα να ήταν, οι «ειρηνικοί» διαδηλωτές θα πρέπει να βρίσκονται κάπου χαμένοι στα μετόπισθεν διότι στην πρώτη γραμμή, εκεί δηλαδή που πάντα βρίσκεται η διμοιρία του, ανταμώνεις μονάχα γραφικούς, προβληματικούς, πρεζάκηδες, χούλιγκανς, πρόστυχες γυναίκες και γενικά ένα σωρό κωλόπαιδα που το παίζουν μάγκες βρίζοντας με τον χειρότερο τρόπο την οικογένεια του. Ο Γιάννης είναι πια συνηθισμένος σε αυτά και πια δεν εκνευρίζεται τόσο. Εκείνο που δεν αντέχει καθόλου είναι όταν καμιά φορά κανένας «άπλυτος» τον προτρέπει να πετάξει την ασπίδα του. Σε κάθε τέτοια αναφορά ο Γιάννης θολώνει, θέλει τόσο πολύ να απαντήσει σε όλους αυτούς τους καραγκιόζηδες πως ενδεχόμενη παραίτηση του συνεπάγεται όχι μόνο απώλεια του, έτσι και αλλιώς χαμηλού, μισθού του αλλά και υπηρέτηση στρατιωτικής θητείας από πάνω. Δηλαδή όχι μόνο να γίνει άνεργος αλλά και να εξοριστεί για σχεδόν ένα χρόνο στα σύνορα. Και να υποστεί όλες αυτές τις συνέπειες απλά και μόνο επειδή έτσι «απαίτησαν» εκείνοι οι αλήτες που δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το βρίζουν τα τίμια και σκληρά εργαζόμενα παιδιά της ελληνικής αστυνομίας. Αυτές τις στιγμές παρακαλά πως και πώς να έρθει μια ώρα αρχύτερα η εντολή από τον επικεφαλής για ρίψη χημικών. Μοιάζει πάντα αυτή η στιγμή με …βάλσαμο και με λύτρωση. Από τη μια στιγμή στην άλλη, όλοι εκείνοι που λίγα δευτερόλεπτα πριν το έπαιζαν Λεωνίδες, Μεγαλέξανδροι και Βελουχιώτηδες τρέχουν σαν τα ποντίκια βήχοντας και κλαίγοντας σα μωρά παιδιά μη μπορώντας ούτε καν να βρίσουν. Καμιά φορά, όταν συνήθως καλείται να αντιμετωπίσει αναρχικούς, πρέπει να τρέξει στο κατόπι τους και ίσως τότε να έχει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει και το κλομπ του. Είναι και αυτή η στιγμή ένα ιδανικό ξέσπασμα. Τι πιο τέλειο από το να σπάσει τα μούτρα και τα πλευρά όλων εκείνων που εκτός από βρισιές του εκσφενδονίζουν πέτρες και έχουν αποπειραθεί άπειρες φορές να τον κάψουν με μολότοφ. Και τότε όμως πρέπει να είναι προσεκτικός μη και τον πιάσει καμιά κάμερα και έχει τράβαλα με τους ανωτέρους του που από την ασφάλεια των γραφείων τους κάνουν στο Γιάννη και τους συναδέλφους του μαθήματα δημοκρατίας και καλής συμπεριφοράς. Πολλές φορές έχει συζητήσει με νέους και παλιούς συναδέλφους για τις θεωρίες που λένε ότι οι κουκουλοφόροι είναι στην πραγματικότητα πράκτορες της ασφάλειας. Όλοι τους γνωρίζουν πως στις διαδηλώσεις υπάρχουν συνάδελφοι με πολιτικά για να δίνουν πληροφορίες στην διοίκηση, συνάδελφοι σαν τον Κώστα που, για κακή του τύχη, έγινε αντιληπτός από τους αναρχικούς στις 17 Ιανουαρίου και το πλήρωσε με πολύ ξύλο. Όμως, θα μπορούσε ποτέ ένας συνάδελφος να πετάει μολότοφ σε συναδέλφους; Μπα, αποκλείεται, σκέφτεται ο Γιάννης. Τώρα όμως, αν το όλο σκηνικό διοργανώνεται από υπόγειους μηχανισμούς της διοίκησης, μηχανισμούς άγνωστους στο Γιάννη, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Αυτό το θολό τοπίο κάνει τον Γιάννη να εμπιστεύεται ελάχιστους στην υπηρεσία και να μισεί τη διοίκηση, που μεταξύ άλλων του έχει πετσοκόψει το μισθό του, ακόμα περισσότερο. Τι μπορεί όμως να κάνει ο Γιάννης για όλα αυτά; Δεν μπορεί να περιμένει τίποτα, ούτε από την άχρηστη κοινωνία που για μήνες διαδηλώνει μάταια, ούτε από τη σάπια διοίκηση. Ο Γιάννης θέλει όμως να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια, χρειάζεται απεγνωσμένα επιπλέον πόρους. Πρόσφατα άκουσε για κάποιους αξιωματικούς στο αλλοδαπών που χορηγούν πλαστά έγγραφα και κάτι γνωστοί στην ασφάλεια φημίζονται για τις καλές τους σχέσεις με συγκεκριμένα νυχτερινά μαγαζιά. Το μόνο που έχει είναι να πιέσει για να βρεθεί κοντά τους και τότε θα πιάσει σίγουρα την καλή. Ο Γιάννης τα κατάφερε, έπιασε τη δεύτερη «άτυπη» δουλειά που του έδωσε την άνεση να μεγαλώσει αξιοπρεπώς τα παιδιά του. Σήμερα, στα 2032, ο γιος του Γιάννη είναι στο πανεπιστήμιο και έχει μπλέξει με κάτι αριστερούς. Ο Γιάννης γελά, θα αφήσει τον μικρό να ανανήψει μόνος του, στο κάτω κάτω όλα μπορεί να γίνονται για τα μάτια μιας νεαρής μπολσεβίκας. Σε περίπτωση όμως που τα πράγματα σοβαρέψουν και ο μικρός συνεχίζει να μην καταλαβαίνει, τότε Γιάννης θα υποχρεωθεί να τον «ξεστραβώσει» παραθέτοντας όλα όσα έμαθε ο «γέρος» του στο δρόμο είκοσι χρόνια πριν.

Ο Νίκος έχει την ίδια ηλικία με το Γιάννη. Μπήκε στο πολυτεχνείο το 2005 και τον σημάδεψαν οι κινητοποιήσεις ενάντια στη Γιαννάκου. Έζησε από πολύ κοντά και από πολύ νωρίς την βιαιότητα των πραιτοριανών του Πολύδωρα και κάπως έτσι άρχισε να ασχολείται περισσότερο με τις ιδεολογικές του αναζητήσεις και λιγότερο με τις σπουδές του που τελείωσε πριν δύο χρόνια. Ήταν ενεργός σε συνελεύσεις, πορείες, καταλήψεις, διαμαρτυρίες που όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Η αναποτελεσματικότητα των παραπάνω μεθόδων, πίστεψε, πως οφειλόταν στη χαλαρότητα τους. Μοιραία άρχισε να πιστεύει σε πιο συγκρουσιακές τακτικές και η δολοφονία του Αλέξη το Δεκέμβρη του 2008 απλά ισχυροποίησε τις σχετικές ιδέες του. Δεν έχει πάει στρατό και έχει αποφασίσει να το αποφύγει πάση θυσία, καθώς διαφωνεί κάθετα με ότι ο πιστεύει πως αντιπροσωπεύει ο συγκεκριμένος θεσμός. Από το καλοκαίρι του 2010 που τελείωσε έκανε πολλές δουλειές του ποδαριού, καθώς δεν έβρισκε τίποτα στο αντικείμενο του. Από πέρσι είναι άνεργος, οι γονείς του τον παροτρύνουν να ψάξει δουλειά έξω αλλά ο Νίκος αρνείται διότι πιστεύει πως η Ελλάδα βρίσκεται σε προεπαναστατικό στάδιο. Με άλλα λόγια, στον εφιάλτη της καθημερινότητας του εκείνος βλέπει την ευκαιρία να πραγματοποιηθούν οι πιο μύχιες επιθυμίες του. Όταν οι Αγανακτισμένοι κατέκλυσαν τις πλατείες ξενέρωσε γιατί δεν άντεχε να διαδηλώνει μαζί με κυριλέ γκόμενες, τρέντουλες των Βορείων Προαστίων και σκατοκέφαλους φασίστες. Με τον καιρό έμαθε να ανέχεται το διαφορετικό και άρχισε να πιστεύει πως μπορεί να οικοδομηθεί επιτέλους το λαϊκό μαζικό κίνημα στη βάση ενός θεμελιώδους προτάγματος (άρνηση στο μεσοπρόθεσμο). Ο Νίκος πίστεψε πως ο κόσμος χρειαζόταν απλά μια αποφασισμένη και έμπειρη πρωτοπορία που θα σπάσει τον αστυνομικό κλοιό και θα επαναλάβει στο Σύνταγμα ότι πρόσφατα έπραξαν οι Αιγύπτιοι στο Κάιρο. Όταν όμως ο Νίκος και οι σύντροφοι του επιχείρησαν στις 28 και 29 Ιουνίου το αυτονόητο, προς μεγάλη του απογοήτευση, διαπίστωσε πως ο κόσμος αναπαρήγαγε τις φαιδρότητες του Περισσού. Αντί για αγωνιστή, οι πιο πολλοί τον αντιλαμβάνονταν ως πράκτορα και προβοκάτορα. Τι και αν οι μολότοφ έδιωξαν τους μπάτσους από την Κερατέα, στο Σύνταγμα οι πρώην βολεμένοι Πασόκοι νοιάζονταν περισσότερο για τα σπασμένα μάρμαρα και λιγότερο για τη θυσία μιας ολόκληρης γενιάς. Το ίδιο σκηνικό με αυξομειώσεις επαναλήφθηκε τον Οκτώβρη και στις 12 Φλεβάρη. Ο κόσμος ενώ δεν διαλύθηκε, δεν βρήκε το θάρρος να ταυτιστεί, στο βαθμό που έπρεπε με το παράδειγμα του Νίκου. Για άλλη μια φορά, οι αστοί έκλαιγαν για το Άττικον και μνημόνευαν τη Marfin. Ο κόσμος έβλεπε το δέντρο και όχι το δάσος. Σε λίγο ήρθαν οι εκλογές και όλα καταλάγιασαν. Ο Νίκος δεν είχε καμία θέση με τους φοβισμένους αστούς, δεν ήταν διατεθειμένος να συνθηκολογήσει. Με αυτές τις σκέψεις κλείστηκε στον μικρόκοσμο της ιδεολογίας και των στενών του συντρόφων. Εκεί αποφασίστηκε να συνεχιστεί ο πόλεμος για το λαό ακόμα και χωρίς αυτόν. Ο Νίκος, όπως πολλοί άλλοι, πέρασε στην παρανομία ώστε να μπορέσουν τα όνειρα του να πάρουν εκδίκηση. Σήμερα, στα 2032, κοιμάται πάντα αγκαλιά με ένα όπλο, χωρίς σταθερή έδρα, χωρίς απογόνους και όντας συνέχεια κρυμμένος από την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Μπορεί να έμεινε πιστός στις αρχές του αλλά έχει από καιρό πάψει να ελπίζει σε οτιδήποτε. Σε αυτό το πλαίσιο το μόνο που τον παρηγορεί είναι η «ελπίδα» πως η αστυνομία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα του προσφέρουν ένα ένδοξο τέλος.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή του επίσης 25άρη Γιώργου. Ο Γιώργος προέρχεται από εύπορη οικογένεια της επαρχίας η ευμάρεια της οποίας οφειλόταν κυρίως στις αγροτικές επιδοτήσεις που λάμβανε σε ετήσια βάση. Ο Γιώργος μπήκε σε ένα τμήμα της νομικής το 2005 και από νωρίς συνδικαλίστηκε με την ΠΑΣΠ. Παρά τις καταλήψεις κατάφερε νε τελειώσει τη σχολή σε 4 χρόνια. Συγγενείς και φίλοι φρόντισαν ώστε να υπηρετήσει τη θητεία ως ναύτης στο πεντάγωνο. Από το καλοκαίρι του 2010, μάλιστα πριν καν απολυθεί από το Πολεμικό Ναυτικό, είχε εξασφαλίσει μια «προσωρινή» θέση εργασίας σε ένα πράσινο δήμο της Αττικής παρακάμπτοντας το ΑΣΕΠ.  Η μόνη πορεία στην οποία είχε συμμετάσχει ποτέ ο Γιώργος ήταν αυτή του πολυτεχνείου με την ΠΑΣΠ. Δεν τρελαινόταν αλλά ήταν μια υποχρέωση που έπρεπε να βγει λίγο πριν τη καθιερωμένη χειμερινή εξόρμηση στην Αράχοβα. Όταν τα πράγματα άρχιζαν να σοβαρεύουν στην Ελλάδα την άνοιξη του 2011 ο Γιώργος έκανε ολοένα και λιγότερες αναφορές στις πολιτικές του καταβολές και γενικά τήρησε μια στάση αναμονής και σιωπής φροντίζοντας βέβαια μέσω των γνωστών του να μην τον πάρει η μπάλα της περικοπής προσωπικού στους ΟΤΑ. Η συγκεκριμένη εξασφάλιση δεν τον εμπόδισε να αγανακτήσει όταν οι αποδοχές του κουρεύτηκαν. Για αυτό τον λόγο δεν είδε καθόλου αρνητικά το κίνημα των πλατειών. Ως εκ τούτου, κατέβηκε πολλές φορές με την παρέα του στο Σύνταγμα, κυρίως για τα χαβαλέ και λίγο πριν κατευθυνθεί προς Γκάζι ή Κολωνάκι. Το καλοκαίρι τα πράγματα σοβάρεψαν πολύ, τότε ήταν που ο Γιώργος εξέφρασε τον προβληματισμό για τα φαινόμενα βίας και τους προπηλακισμούς που δοκίμαζαν την αντοχή της Δημοκρατίας. Η συνεχιζόμενη αστάθεια και το συλλαλητήριο της 12ης Φεβρουαρίου τον τρόμαξαν και έτσι πήρε τα μέτρα του, αφενός έκανε αιτήσεις για δουλειές στο εξωτερικό και αφετέρου άρχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά στο κόμμα του Κουβέλη. Ευτυχώς οι χειρότεροι φόβοι του δεν επαληθεύτηκαν. Η Ελλάδα παρέμεινε στο ευρώ και το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν τέτοιο που δεν εξαίρεσε από τη νέα διοίκηση ανθρώπους με «εμπειρία». Ο Γιώργος έχασε τη δουλειά στον αττικό δήμο αλλά κατάφερε να βρει κάτι ανάλογο στη νομαρχία της ιδιαίτερης του πατρίδας. Η εξασφάλιση του συγκεκριμένου πόστου ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση διότι μετά το μνημόνιο η πίτα είχε μικρύνει και συνεπώς ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος. Χάρη στις κατάλληλες κινήσεις ο Γιώργος βρήκε τρόπο να κάνει δουλειές και εκτός γραφείου και έτσι τα παιδιά του μεγάλωσαν σε ένα σχετικά ικανοποιητικό περιβάλλον. Σήμερα, στα 2032, ο δεκαεξάχρονος γιος του ρώτησε τον πατέρα του τι πρέπει να κάνουν με τους πολλούς φτωχούς τη πόλης. Ο Γιώργος κοίταξε τον γιο του κραδαίνοντας το αγαπημένο του πούρο και του είπε πως για να βοηθήσουμε τους φτωχούς πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να μην γίνουμε σαν και αυτούς

Τέλος ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον 30χρονο Δημήτρη. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος προέρχεται από μια παραδοσιακή δεξιά οικογένεια της πρωτεύουσας. Όταν ήταν μαθητής οι  «κομμουνιστές» έκαναν καταλήψεις και δεν τον άφηναν να κάνει μάθημα, κάτι που τον εκνεύριζε απίστευτα καθώς οι γονείς του δεν είχαν την άνεση να πληρώσουν για πολλά φροντιστήρια. Με δυσκολία κατάφερε να περάσει σε ένα καλό ΤΕΙ της Αθήνας όπου πάλι ήρθε αντιμέτωπος με τον κάθε λογής κομματόσκυλο. Δεν του άρεσαν οι συνελεύσεις, οι κινητοποιήσεις και όταν άκουγε τη λέξη «κίνημα» έβγαζε φλύκταινες, κυρίως όταν εκστομιζόταν από παιδιά που φορούσαν ακριβότερα ρούχα από τα δικά του. Δεν είχε πολλούς φίλους, κλεινόταν στον εαυτό του και σε βιβλία που αποκάλυπταν με «στοιχεία» ποιοι πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο. Τελείωσε τις σπουδές με δυσκολία αλλά έγκαιρα. Στη συνέχεια ήρθε η ώρα του στρατού, μια αλγεινή εμπειρία που τον ταξίδεψε στα αφιλόξενα σύνορα της πατρίδας που ήδη είχε αρχίσει να μισεί. Την ίδια ώρα τα κομματόσκυλα πρώην συμφοιτητές του υπηρετούσαν μεταξύ Ευαγγελισμού και Παπάγου. Όταν απολύθηκε βρήκε με τα χίλια ζόρια δουλειά σαν πωλητής σε μεγάλο κατάστημα που δεν είχε καμία σχέση με το πτυχίο του. Δούλεψε σκληρά, κέρδισε τον σεβασμό των προϊσταμένων του και έτσι το 2009 είχε κατοχυρώσει μια οιονεί μονιμότητα. Ο Δημήτρης μένει ακόμα με τους γονείς του και έχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο με δάνειο. Ανέκαθεν γκρίνιαζε για την ακρίβεια στα αγαθά, για τους φόρους, το αντιπαραγωγικό δημόσιο και ένα σωρό άλλα. Σε απεργία και πορεία δεν συμμετείχε ποτέ γιατί δεν ήταν τόσο χαζός ώστε να χάσει το μεροκάματο του για κανένα επαγγελματία συνδικαλιστή ή εργατοπατέρα. Όταν υπογράφτηκε το μνημόνιο δεν ενθουσιάστηκε, μάλιστα «κατάλαβε» πως η συγκεκριμένη εξέλιξη κάθε άλλο παρά αποσπασματική ήταν, αντίθετα εντασσόταν στο ευρύτερο σχέδιο των μασόνων να επιβάλουν την παγκόσμια διακυβέρνηση. Ο Δημήτρης είδε κριτικά τόσο τις μεγάλες απεργίες , όσο και τους αγανακτισμένους. Κάποια φορά δικαιολόγησε την αδράνεια του στη βάση ότι για να γίνει πραγματική αλλαγή χρειάζεται αίμα και αυτοί που διαδηλώνουν δεν έχουν καμία διάθεση θυσίας. Όταν είδε τις μεγάλες συγκεντρώσεις του Ιουνίου, του Οκτωβρίου και του Φλεβάρη φλέρταρε με την ιδέα της συμμετοχής αλλά σύντομα υπαναχώρησε. Η πατρίδα του Δημήτρη διαλυόταν, τα χαράτσια, οι φόροι και η ανεργία δεν ήταν πλέον λέξεις αλλά ένα πολύ πιθανός εφιάλτης. Ο Δημήτρης δεν θα άντεχε με τίποτα να χάσει την κακοπληρωμένη δουλεία του, πως θα ζούσε και πως θα ξεπλήρωνε το δάνειο του. Ο Δημήτρης σιχαινόταν το σύστημα αλλά έτρεμε την αλλαγή, άσε που σε λίγο καιρό θα παντρευόταν. Έτσι, στις εκλογές του 2012 ψήφισε με μισή καρδιά Νέα Δημοκρατία. Η δουλειά του δεν χάθηκε, αλλά οι αποδοχές του μειώθηκαν και άλλο. Έφτυσε αίμα για να ξεχρεώσει το αυτοκίνητο του και να μεγαλώσει τα παιδιά του. Σήμερα, στα 2032, ο γιος του Δημήτρη ετοιμάζεται να καταθέσει μηχανογραφικό και η πατρική καθοδήγηση επιβάλλεται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δημήτρης τονίζει στο γιο του ότι για όλες τις δυσκολίες και τις στερήσεις των προηγούμενων χρόνων φταίνε οι διεφθαρμένοι πολιτικοί που ξεπούλησαν αυτόν τον τόπο στους μασόνους. Με βάση αυτή την αιώνια αλήθεια ο γιος του Δημήτρη θα πρέπει να σπουδάσει κάτι που θα του ανοίξει την πόρτα για μια καλοπληρωμένη δουλειά στο εξωτερικό. Ο μικρός δείχνει να συμφωνεί και ο Δημήτρης χαίρεται τόσο που του υπόσχεται πως αν έχει καλούς βαθμούς στις πανελλήνιες θα τον μάθει να χειρίζεται την καραμπίνα με την οποία για χρόνια προστατεύουν το σπίτι τους από τους …ξένους που έχουν κατακλύσει την Ελλάδα

Τα τέσσερα παραπάνω παραδείγματα είναι φανταστικά αλλά για κάποιο παράξενο λόγο αισθάνομαι ότι έχω αντικρίσει πολλές φορές στο δρόμο τα είδωλα τους. Το άλμα προς το άγνωστο είναι πάντα επίφοβο αλλά μερικές φορές με τρομάζει περισσότερο η προοπτική της παραίτησης και της ήττας όσων σήμερα αγωνίζονται. Ειλικρινά πιστεύω πως αν τους επόμενους μήνες δεν γίνει τίποτα συνταρακτικό τότε, εκτός από τη βίαιη υποβάθμιση του συλλογικού βιοτικού επιπέδου, η Ελλάδα θα βρεθεί να κατέχεται από μια γενιά χωρίς ιδανικά και αξίες, μια γενιά πέρα για πέρα αλλοτριωμένη και χαμένη. Σε αυτή το πλαίσιο η μιζέρια, η φαυλοκρατία και η διαφθορά θα ενισχυθούν δίνοντας χώρο για την άνθιση της τρομοκρατίας και συνακόλουθα της αστυνομοκρατίας. Μέσα σε όλα αυτά ο απλός πολίτης θα νοιώθει πιο μόνος, πιο απροστάτευτος και πιο απειλούμενος. Το οργουελιανό αυτό σκηνικό θα συμπληρώσει το μίσος της συγκεκριμένης γενιάς προς τα παιδιά της, τα παιδιά μας στα οποία μοιραία θα πρέπει να απολογηθούμε για την αποτυχία μας.

Τα λέμε σύντομα

Τζωρτζ Όργουελ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s