Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες κάποτε είπε…

Είναι άλλο πράγμα να εκθειάζεις την πειθαρχία, και άλλο να υποκύπτεις σ’ αυτήν!

Αν στις καλές εποχές οι Δον Κιχώτες μοιάζουν γραφικοί και αστείοι, στους δύσκολους καιρούς είναι τόσο αναγκαίοι που αν δεν υπάρχουν οφείλουμε να τους επινοήσουμε. Μάλιστα, λένε κάποιοι, η τεχνική της επινόησης δεν θα έπρεπε να αποκλείσει και την μέθοδο που έκανε τον Ιππότη από τη Μάντσα να βλέπει μοχθηρούς γίγαντες εκεί όπου οι κοινοί θνητοί αντίκριζαν ανεμόμυλους. Έτσι, σε μια έξαρση αθεμελίωτης αισιοδοξίας, τις τελευταίες μέρες αντλώ ελπίδες από ένα μακροσκελές κείμενο που εσχάτως προκαλεί πολλή συζήτηση στο διαδίκτυο.

Ο λόγος για την ολοκληρωμένη τοποθέτηση του Αλέκου Χαλβατζή. Το εν λόγω πόνημα είναι από εκείνα τα κείμενα που κουράζουν τον μη μυημένο αναγνώστη εξαιτίας της βαριάς γλώσσας και της μεγάλης έκτασης (πάνω από 11,000 λέξεις). Για αυτό και ελάχιστα θα εντυπωσιαστώ αν τελικά τα αποσπασματικά σχόλια γύρω από την ολοκληρωμένη τοποθέτηση είχαν περισσότερες αναγνώσεις από την ίδια την τοποθέτηση. Στο κάτω κάτω της γραφής και αυτές εδώ οι γραμμές δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα των αποσπασματικών σχολίων.

Ο Αλέκος Χαλβατζής, υψηλόβαθμο στέλεχος της ΚΝΕ και γιος του Σπύρου Χαλβατζή, σταχυολογεί στο κείμενο του μια σειρά από παθογένειες που χαρακτηρίζουν τη σημερινή ηγεσία του ιστορικού κόμματος της Αριστεράς. Το να αναφερθώ σε αυτές είναι περιττό, όπως περιττό είναι να πω αν συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί τους. Αυτό που όμως δεν είναι περιττό, είναι η δήλωση θαυμασμού μου προς την πράξη του. «Σιγά τα αβγά», θα πείτε πολλοί, ισχυριζόμενοι πως ο τύπος απλά είδε ότι η Αλέκα δεν τραβάει και την έκανε. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Ο Αλέκος Χαλβατζής δεν αποχώρησε από το κόμμα εσχάτως, διαγράφηκε πριν δύο χρόνια αφού προηγουμένως είχε ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία κατάθεσης ενστάσεων στα αρμόδια κομματικά όργανα. Μετά τη διαγραφή του είχε κοινοποιήσει επιστολή που μεταξύ άλλων έγραφε.

«Έχω τη συνείδηση μου απολύτως ήσυχη. Παρόλα αυτά αν κάποιος (και αναφέρομαι κυρίως στους οργανωμένους στο ΚΚΕ και στην ΚΝΕ συντρόφους μου) θεωρεί πλέον ότι δεν επιθυμεί ή δεν του επιτρέπεται να διατηρεί επαφές μαζί μου, τον παρακαλώ να με ενημερώσει άμεσα για να μην τον ενοχλώ, σε διαφορετική περίπτωση εγώ θα συνεχίσω τη συναναστροφή με κάθε έναν σας στη βάση της μέχρι σήμερα σχέσης μας».

Για όσους δεν έχουν συναναστραφεί πότε με Κνίτες τα παραπάνω λόγια σίγουρα φαντάζουν χαζά. Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως οι συγκεκριμένες αναφορές είναι πολύ σοβαρές. Όσοι, όπως ο Αλέκος, οργανώθηκαν και εξελίχτηκαν ιεραρχικά στην ΚΝΕ τα τελευταία 15 χρόνια αφιέρωσαν στην συγκεκριμένη δραστηριότητα χιλιάδες εργατοώρες από τον προσωπικό τους χρόνο. Μοιραία, για πολλούς από αυτούς, τα πάντα γύρναγαν γύρω από την «οργάνωση», μιας οργάνωσης με ατσάλινη, αταλάντευτη γραμμή που δεν της επέτρεπε να δείχνει διαλλακτικότητα ή ανοχή στους κατά καιρούς διαφωνούντες και φραξιονιστές. Η επιλογή της αποχώρησης λοιπόν δεν ήταν απλή υπόθεση αφού ερχόταν πάντα μαζί με το ενδεχόμενο ενός ιδιότυπου κοινωνικού αποκλεισμού. Όσο πιο πολύχρονη η εμπειρία του στελέχους, όσο πιο σπουδαίο το πόστο, τόσο πιο μεγάλη και η «προδοσία» στα μάτια των συντρόφων που μένουν πισω. Αν όλα αυτά μάλιστα συνοδεύονται και από οικογενειακή κομματική παράδοση, όπως στην περίπτωση του Αλέκου, τότε τα πράγματα γίνονται απείρως πιο δύσκολα. Για αυτό και όταν ο νεαρός Χαλβατζής τον Σεπτέμβρη του 2010 συγχωρεί προκαταβολικά όλους όσοι δεν θα τους επιτρέπεται να διατηρούν επαφές μαζί του, κάθε άλλο παρά με τις λέξεις παίζει.

Δικαίως θα αναρωτηθείτε πως συνδέεται η αισιοδοξία που νοιώθω με την αποχώρηση του Αλέκου. Κάποιοι καλοί μου φίλοι θα χρέωναν την ευφορία μου στην γενικότερη «αντί-ΚΚΕ» στάση μου. Τα πράγματα (ευτυχώς) δεν είναι τόσο απλά. Διαγραφές και διαφοροποιήσεις υπήρχαν πάντα στην ιστορία του αριστερού κινήματος γενικότερα και του ΚΚΕ ειδικότερα. Η ειδοποιός διαφορά της συγκεκριμένης περίπτωσης έγκειται στο ότι η αναλυτική αιτιολογία του αποχωρούντος δεν μπορεί να αντικρουστεί με μια απλή απόδοση μειωτικών χαρακτηρισμών (πράκτορας, προβοκάτορας, χαφιές κ.α.) τόσο λόγω της υψηλής θέσης που κατείχε ο διαγραφέντας, όσο και της οικογένειας από την οποία προερχόταν. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι παραπάνω ταμπέλες ήταν κατά κανόνα αρκετές για να αποθαρρύνουν το κάθε καλόπιστο στέλεχος να πάρει στα σοβαρά τις αιτιάσεις του εκάστοτε απολωλότος πρόβατου. Με αυτή τη μέθοδο η σφριγηλή ενότητα του κόμματος απομόνωνε αποτελεσματικά τις όποιες φυγόκεντρες τάσεις. 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω γινεται κατανοητό γιατί η περίπτωση του Αλέκου είναι μοναδική. Η ολοκληρωμένη τοποθέτηση του δεν ήταν μόνο απρόσμενη, αλλά ήταν συνάμα και ελπιδοφόρα γιατί με κατηγορηματικό τρόπο αποδεικνύει πως πίσω από το ατσαλένιο (σ.σ. Στάλιν σημαίνει αυτός που είναι φτιαγμένος από ατσάλι) προσωπείο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού υπάρχουν σκεπτόμενοι άνθρωποι που για την αλήθεια τους είναι έτοιμοι να θυσιάσουν αξιώματα και μια στρωμένη κομματική καριέρα. Τα λόγια του Αλέκου, που σε πρώτη όψη, μοιάζουν με πισώπλατα μαχαιρώματα, στην πραγματικότητα είναι το καμπανάκι που θα μπορούσε να βγάλει την ηγεσία του Περισσού από ένα παρατεταμένο λήθαργο ο οποίος αυτιστικά προκρίνει την μονομερή, περιθωριακή δράση από τη συνεργασία με τον «ταξικά ανώριμο» λαό. 

Η κατάσταση είναι τέτοια που πλέον η απουσία εναλλακτικής πρότασης από το ΚΚΕ γίνεται καθημερινά πολύ εύκολα (και εύστοχα) αντικείμενο σάτιρας. Στον συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο όμως δεν υπάρχουν πλέον πολλά περιθώρια. Σε ένα σκηνικό παρατεταμένης παρακμής όπου η εθνική ταπείνωση διαδέχεται την γενικευμένη ένδεια και η δημοκρατία μετρά καθημερινά καινούργιες πληγές ο κόσμος δικαιούται να εναποθέσει τις ελπίδες του σε κάτι πιο σοβαρό από τις επικείμενα τραγελαφικές διαδικασίες ανάδειξης καινούργιου προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σε αυτό το πλαίσιο τα λόγια του Αλέκου λειτουργούν σαν φάρος ελπίδας, σαν σύνθημα αυτοκριτικής και αναθεώρησης στάσης για όλους.

Με απλά λόγια η απόφαση του νεαρού Κομουνιστή να πειθαρχήσει μόνο στη συνείδηση του δείχνει πως ο ρομαντικός δονκιχωτισμός, που τόσο αναγκαίος είναι στις μέρες μας, δεν είναι απών. Και για να μη ξεχνιόμαστε, ο Δον Κιχώτης ήταν το αγαπημένο βιβλίο του Τσε. Τυχαίο;;; Δε νομίζω!!!

Τα λέμε σύντομα

Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s